Λήδα: Μυθική κόρη του Θεστίου, βασιλιά των Αιτωλών, σύζυγος του Τυνδάρεω, βασιλιά της Σπάρτης, μητέρα των Διοσκούρων (Κάστορος και Πολυδεύκους), της Ωραίας Ελένης και της Κλυταιμνήστρας από τον Δία, που παρουσιάστηκε σ’ αυτήν με μορφή κύκνου. Σύμφωνα με άλλο μύθο ο Πολυδεύκης και η Ελένη ήταν τα παιδιά της από τον Δία, ενώ ο Κάστωρ και η Κλυταιμνήστρα από τον Τυνδάρεω, με τον οποίο είχε και άλλες τρεις κόρες.
Λητώ: Μυθική κόρη του Τιτάνος Κοίου, μητέρα των δίδυμων Απόλλωνος και Αρτέμιδος (από τον Δία), που γεννήθηκαν στη Δήλο. Η Λητώ λατρευόταν σε ιερά που ελέγοντο Λητώα. Λυκοβούνια: Παλαιότερη ονομασία της λοφοσειράς του Αγχεσμού, των Τουρκοβουνίων. Τα Λυκοβούνια βρίσκονται σε μία ιδιαίτερη στρατηγική θέση καθότι από την κορυφή τους μπορεί κάποιος να έχει πανοραμική θέα σχεδόν όλης της Αθήνας. Για την ονομασία τους υπάρχουν τρεις εκδοχές.
Λαμπρινή: Περιοχή και συνοικία της Αθήνας και του Γαλατσίου, που διαμοιράζεται στους δύο δήμους. Την ονομασία αυτή έδωσαν οι παλαιοί ιδιοκτήτες της περιοχής προς τιμής του προγόνου τους Λάμπρου Βεΐκου, σουλιώτη οπλαρχηγού. Στο τμήμα της συνοικίας που υπάγεται στο Δήμο Γαλατσίου υπάρχουν εγκαταστάσεις της Εταιρείας Υδάτων (διυλιστήρια). Λασήθι(ον): Μεγάλο οροπέδιο της Κρήτης στο όρος Δίκτη, που λέγεται και αυτό Λασήθι. Το όνομά του πήρε ο ομώνυμος νομός, που είναι ο ανατολικότερος του νησιού, με πρωτεύουσα τον Άγιο Νικόλαο.
Στον νομό Λασηθίου βρίσκονται οι αρχαιολογικοί χώροι των Γουρνιών, του Ζάκρου και του Δρήρου, το νησάκι Σπιναλόγκα με το φρούριό του, η τουριστική Ελούντα κ.α. Στα αξιοθέατα περιλαμβάνονται και οι 8.000 ανεμόμυλοι του οροπεδίου. Δίδαξε φιλοσοφία και ρητορική στην Αθήνα και ανάμεσα στους μαθητές του ήταν ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός και ο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Κόρη του ήταν η Αθηναΐς – Ευδοκία, σύζυγος του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Θεοδοσίου Β’. Η οδός Λεοντίου αποτελεί όριο των Δήμων Αθηναίων και Γαλατσίου. Η πρώτη εικάζεται ότι έχει τις ρίζες της στην παρουσία των λύκων που ζούσαν παλιότερα στο δάσος της λοφοσειράς. Η δεύτερη αναφέρει ότι η ονομασία πάρθηκε από το όνομα ενός εκ των τριών γιων του Ερεχθέα, τον Λύκο. Η τελευταία εκδοχή στηρίζεται στο έντονο φως που πέφτει πάνω στους λόφους κατά τη δύση του ηλίου.
Ο Ζευς πήρε τη μορφή κύκνου για να κατακτήσει την Λήδαν. Κυμοθόη: Μία από τις μυθικές Νηρηίδες, κόρες του Νηρέως και της Δωρίδος. Ήταν η προσωποποίηση της ταχύτητας των κυμάτων (το όνομά της προέρχεται από τις λέξεις κύμα + θέω = τρέχω). Κυπαρισσία: Παράλια πόλη της δυτικής Πελοποννήσου, πρωτεύουσα της επαρχίας Τριφυλίας του νομού Μεσσηνίας, στον Κόλπο της Κυπαρισσίας. Είναι κτισμένη στη θέση της αρχαίας πόλεως Κυπαρισσιαί.
Κατά το Μεσαίωνα ήταν πρωτεύουσα φράγκικης βαρωνείας με το όνομα Αρκαδιά. Την εποχή αυτή κτίστηκε, στη θέση της αρχαίας ακροπόλεως, το σωζόμενο ισχυρό cas froytakia agorasta φρούριο (Κάστρο της Κυπαρισσίας). Επί Όθωνος η πόλη ξαναπήρε το αρχικό της όνομα. Λαδάς Χρήστος (1891-1948): Δικηγόρος και πολιτικός, υπουργός Δικαιοσύνης από το 1947. Δολοφονήθηκε στην Αθήνα για πολιτικούς λόγους το Μεγάλο Σάββατο 1η Μαΐου 1948 έξω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καρύτση. Στην αρχαιότητα η λοφοσειρά ονομαζόταν “Αγχεσμός” από την σύνθεση των λέξεων “αγχί” που σημαίνει πλησίον και “εσμός” που σημαίνει σμήνος. Στα Λυκοβούνια λατρευόταν ο “Αγχέσμιος Δίας” ή “Όμβριος Δίας”, μιας και σύμφωνα με τη μυθολογία από εκεί ξεκινούσαν όλες οι καταιγίδες. Ο Παυσανίας στα “Αττικά” αναφέρει ότι οι κάτοικοι της Αθήνας προσεύχονταν στο ξόανο του θεού, που βρισκόταν στην κορυφή, για να φέρει βροχή στα κτήματά τους και θυσίαζαν ζώα προς τιμήν του.
Λέσβος ή Μυτιλήνη: Νησί στο ΒΑ Αιγαίο Πέλαγος, το τέταρτο σε σειρά μεγέθους, απέναντι από τα μικρασιατικά παράλια. Μαζί με τη Λήμνο αποτελούν το νομό Λέσβου με πρωτεύουσα τη Μυτιλήνη. Στην αρχαιότητα ανήκε στις αιολικές αποικίες του Αιγαίου και ήταν πατρίδα των λυρικών ποιητών Σαπφούς, Αλκαίου, Τερπάνδρου, Αρίονος κ.α. Απελευθερώθηκε από τους Τούρκους το Δεκέμβριο 1912. Ένα πραγματικό μνημείο της φύσεως στη Λέσβο είναι το απολιθωμένο δάσος στο Σιγρί, ηλικίας 26 εκατομμυρίων ετών περίπου.
Λέσιγκ Γκότχολτ Εφραίμ (Lessing, 1729-1781): Γερμανός δραματουργός, κριτικός, ποιητής και δοκιμιογράφος, από το Καμέντς της Σαξονίας, ο θεμελιωτής της γερμανικής δραματουργίας. Σπούδασε θεολογία, φιλοσοφία και ιατρική και έμαθε πολλές ξένες γλώσσες, σύγχρονες, αλλά και αρχαίες (ελληνική, λατινική, εβραϊκή). Πρώτο έργο του, που παρουσιάστηκε στο θέατρο, ήταν “Ο νεαρός σοφός”, που το έγραψε το 1748 σε ηλικία 19 ετών. Παράλληλα με τη δραματουργική του ενασχόληση έγραφε δοκίμια φιλολογικά και φιλοσοφικά σε περιοδικά της εποχής του και ίδρυσε κατά καιρούς και δικά του περιοδικά. Επέζητησε να απαλλάξει τη γερμανική δραματουργία από την επίδραση των γάλλων τραγικών και πρόβαλε ως πρότυπό του τον Σαίξπηρ και την αρχαία ελληνική δραματουργία σε συνδυασμό με τις θεωρίες του Αριστοτέλους, όπως παρουσιάζονται στην “Ποιητική” του και αλλού. Λυκούργος: Περίφημος αρχαίος Σπαρτιάτης νομοθέτης, που έζησε τον 8ο αι. π.Χ., αν και για ορισμένους πρόκειται για μυθικό πρόσωπο, θεότητα και προσωποποίηση της σπαρτιατικής νομοθεσίας. Η αυστηρή νομοθεσία του δέσποσε για πολλούς αιώνες στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Σπάρτης.
Ήταν και μεγάλος θαυμαστής των Ομηρικών Επών. Ευρύτατο και δημιουργικό πνεύμα, δεν ευτύχησε ιδιαίτερα στην ιδιωτική του ζωή, εξ αιτίας των ατυχιών και των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Πέθανε πάμπτωχος στο Μπράουνσβάικ (Βρουνσβίκη)και τάφηκε σε τάφο απόρων. Ανάμεσα στα έργα του είναι: “Δάμων”, “Μισογύνης”, “Οι Εβραίοι”, “Μις Σάρα Σάμψων”, “Αλληλογραφία γύρω από την τραγωδία”, “Μίνα φον Μπάρωχελμ”, “Λαοκόων”, “Ιστορικά και φιλολογικά”, “Μύθοι”, “Πώς οι αρχαίοι φαντάστηκαν το θάνατο”, “Αιμιλία Γκαλόττι”, “Κριτικές επιστολές”, “Νάθαν ο Σοφός” (το αριστούργημά του) κ.α. Λεύκα: Όνομα χωριών και οικισμών σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας (Αιτωλοακαρνανία, Αχαΐα, Κορινθία, Μεσσηνία, Φθιώτιδα και Φωκίδα).
Επίσης κωμόπολη της Κύπρου στην περιοχή Λευκωσίας. Από τα ελληνικά χωριά μεγαλύτερο είναι η Λεύκα της επαρχίας Φθιώτιδας του ομώνυμου νομού, στα δυτικά της Λαμίας. Λεωνίδι(ον): Γραφική κωμόπολη της ανατολικής Πελοποννήσου, πρωτεύουσα της επαρχίας Κυνουρίας του νομού Αρκαδίας. Είναι το κέντρο του Τσακώνικου (νεοδωρικού) πολιτισμού και εκεί επιβιώνει και η τσακώνικη διάλεκτος, που θεωρείται εξέλιξη της αρχαίας δωρικής διαλέκτου. Γνωστός είναι ο ναός του Αγίου Λεωνιδίου (1292) και η γυναικεία μονή Ελώνης, κτισμένη στις πλαγιές απόκρημνου βράχου, η οποία τιμάται cas kazino sto monacho στο όνομα της Ζωοδόχου Πηγής και εορτάζει στις 15 Αυγούστου. Όταν ρύθμισε όλα τα θέματα έφυγε από τη Σπάρτη, αφού ζήτησε και του έδωσαν οι Σπαρτιάτες την υπόσχεση ότι δεν θα άλλαζαν τίποτα μέχρι την επάνοδό του.
| Τμήμα Καζίνο | Εκτιμώμενα Άτομα | Επίπεδο Εκπαίδευσης |
|---|---|---|
| Λειτουργία Παιχνιδιών | 80-100 | Ειδική Εκπαίδευση & Άδεια |
| Φιλοξενία & Εστίαση | 120-150 | Τουριστική Εκπαίδευση |
| Διοίκηση & Ασφάλεια | 40-50 | Ανώτερη / Ειδική |
| Τεχνική Υποστήριξη | 25-30 | Τεχνική Εκπαίδευση |
Πέθανε στην Ήλιδα ή την Κρήτη και σύμφωνα με την επιθυμία του η σορός του αποτεφρώθηκε και σκορπίστηκε στη θάλασσα, ώστε να μη μπορέσουν ποτέ οι Σπαρτιάτες να ελευθερωθούν από την υπόσχεσή τους. Λυσίας (458/455 – 380/377 π.Χ.): Ένας από τους 10 Αττικούς ρήτορες και δικανικός λογογράφος. Γεννήθηκε στις Συρακούσες της Σικελίας και έδρασε στην Αθήνα. Έγραψε περίπου 200 δικανικούς και άλλους λόγους, από cas kazino ellada perioches τους οποίους σώζονται 34, που διακρίνονται για την ισχυρή τους επιχειρηματολογία και την ψυχογραφική τους δεινότητα. Νικόλαος Λύτρας: Ο Νικόλαος Λύτρας (διακεκριμένος ζωγράφος μας) έχει ζωγραφίσει την πόλη μας – αρχές του 1900 – και το λόφο της. Ο Νικόλαος ή Νίκος Λύτρας (Αθήνα, Μάιος 1883 – Δεκέμβριος 1927) ήταν διακεκριμένος Έλληνας ζωγράφος των αρχών του 20ού αιώνα. Σπούδασε ζωγραφική στο Σχολείο των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας από το 1902 έως το 1906, με δάσκαλους τον πατέρα του Νικηφόρο Λύτρα, και τον Γεώργιο Ιακωβίδη.
Συνέχισε τις σπουδές του στην Ακαδημία του Μονάχου από το 1907 έως το 1912, με δάσκαλο τον Λούντβιχ φον Λοφτς. Εικάζεται ότι στο Μόναχο, ο νεαρός Νικόλαος Λύτρας γνώρισε τον γερμανικό εξπρεσιονισμό και τις δημιουργίες της περίφημης ομάδας «Γαλάζιος Καβαλάρης»[5]. Πιο ανοιχτός στα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής, ο Νικόλαος Λύτρας έγινε τελικά ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον ρομαντικό ρεαλισμό του 19ου αι. και την μοντέρνα τέχνη του 20ού αι., ειδικά τον εξπρεσιονισμό. Στα έργα του, που συνήθως είναι προσωπογραφίες, τοπία και νεκρές φύσεις, άρχισε να χρησιμοποιεί πλατιές ελεύθερες πινελιές, παχύρρευστο χρώμα και χειρονομιακή γραφή ξεφεύγοντας σημαντικά από τον τότε καθιερωμένο ακαδημαϊσμό της «Σχολής του Μονάχου».
| Κοντινό Καζίνο | Απόσταση από Σύρο | Μέγεθος (Τραπέζια) | Σημειώσεις |
|---|---|---|---|
| Μόντες Καζίνο, Αθήνα | ~150 km (αεροπορικώς) | 110 | Κύριος ανταγωνιστής |
| Porto Carras Grand Resort, Χαλκιδική | ~600 km | 45 | Περιορισμένη επίδραση |
| Πολλά καζίνο στην Τουρκία | ~200 km (προς Μικρά Ασία) | Πολλά & Μεγάλα | Διεθνής ανταγωνισμός |
| Κρουαζιερόπλοια με καζίνο | Στο λιμάνι Ερμούπολης | Μικρά | Περιορισμένη προσφορά |
Η τεχνοτροπία του δεν άργησε να προκαλέσει το τότε συντηρητικό φιλότεχνο κοινό της Αθήνας. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων πολέμησε ως έφεδρος αξιωματικός και παρασημοφορήθηκε για τη δράση του. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, συμμετείχε στις εκθέσεις του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών τα έτη 1915, 1916, 1917, 1920 και 1926, ενώ το 1919 εξέθεσε από κοινού με τον γλύπτη Γρηγόριο Ζευγώλη. Τον Αύγουστο του 1917, μαζί με τον Κωνσταντίνο Παρθένη, τον Περικλή Βυζάντιο, τον Θεόφραστο Τριανταφυλλίδη και τον Λυκούργο Κογεβίνα, δημιούργησε την «Ομάδα Τέχνη», με στόχο την απαλλαγή από τον ζυγό της ακαδημαϊκής (γερμανικής) ζωγραφικής.
Είναι τα μεγαλύτερα από τα υδρόβια πτηνά με εύρωστο σώμα, πυκνό πτέρωμα (άσπρο ή μαύρο), μικρό κεφάλι, μακρύ και εξαιρετικά ευλύγιστο λαιμό. Ζουν τον περισσότερο καιρό στο νερό και αυτό διευκολύνεται από το ότι τα δάκτυλα των ποδιών τους ενώνονται με μεμβράνη, πράγμα που τους βοηθεί στην κολύμβηση (νηκτικά πτηνά). Έχουν μεγάλα φτερά και μπορούν να πετάξουν. Υπάρχουν διάφορα είδη κύκνων (βουβόκυκνος, νανόκυκνος, αγριόκυνκνος κ.α.) και μερικά μπορούν να ζήσουν περισσότερο από 50 χρόνια. Γνωστή είναι η έκφραση “κύκνειον άσμα”, για το τελευταίο έργο, πράξη, ενέργεια κλπ.
ενός ατόμου πριν από το θάνατο του, η οποία οφείλεται στο ότι, όπως πιστεύεται, ο κύκνος τραγουδάει στις τελευταίες του στιγμές ή κατ’ άλλους στο μελωδικό άσμα του μυθικού βασιλιά Κύκνου, που θρηνούσε το θάνατο του Φαέθοντος. Στην αρχαιότητα ο κύκνος εθεωρείτο ιερό πτηνό του Απόλλωνος και τον χρησιμοποιούσαν για χρησμοδοτήσεις. Περίφημο είναι το χορόδραμα “Η Λίμνη των Κύκνων” του Πιότρ Ιλιτς Τσαϊκόφσκυ. Κατά τη μυθολογία ο Κύκνος ήταν φίλος του Φαέθοντος και θρήνησε πολύ το θάνατό του. Οι θεοί τον μεταμόρφωσαν στον ομώνυμο πτηνό, που ζει στα νερά των ποταμών και των λιμνών, και κατόπιν σε αστερισμό.